ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

"Monde Diplomatique": Τι απέμεινε από το κίνημα των Αγανακτισμένων;


 

Του απεσταλμένου μας Raphaël Kempf
Οδοιπορικό της εφημερίδας "Monde Diplomatique" σε Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Νάσβιλ, Σαντιάγο και Μαδρίτη












Βρισκόμαστε στο Λονδίνο, μπροστά στον καθεδρικό του Αγίου Παύλου, στην καρδιά του Σίτυ: από τις 15 Οκτωβρίου του 2011, δεκάδες σκηνές είναι εγκατεστημένες σε αυτό το σημείο1. Ο εικοσιτετράχρονος νεαρός, μαλαισιανής καταγωγής, Αμίρ Ιμράν αναλαμβάνει την ξενάγησή μας2.
Το κίνημα, το οποίο ξεκίνησε στη Νέα Υόρκη στις 17 Σεπτεμβρίου του 2011, υποστηρίζει ότι εμπνέεται από τους Ισπανούς Αγανακτισμένους και από την Αραβική Άνοιξη. Παρά το γεγονός ότι οι καταστάσεις διαφέρουν και τα αιτήματα είναι μερικές φορές ασαφή και νεφελώδη, από το Λονδίνο έως τη Νέα Υόρκη και από τη Μαδρίτη έως το Τελ Αβίβ συναντάμε την ίδια δυσφορία απέναντι σε μια πολιτική τάξη πραγμάτων που έχει ξεφύγει από τον έλεγχο των πολιτών και εξελίσσεται σε μια ολιγαρχία που σφετερίζεται τον πλούτο. Επιπλέον, υπάρχει το συναρπαστικό συναίσθημα της συμμετοχής σε ένα παγκόσμιο κίνημα. Ωστόσο, παρ' όλη την επιθυμία των διαδηλωτών, είναι άραγε δυνατόν να εντάξουμε όλες τις κινητοποιήσεις στην ίδια κατηγορία; Μήπως από το Κάιρο ώς την Αθήνα κι από το Σαντιάγκο ώς το Σαν Φρανσίσκο βρισκόμαστε μπροστά στην ανάδυση ενός «παγκόσμιου αγωνιζόμενου λαού»;
Το ερώτημα τέθηκε σε δύο Χιλιανούς φοιτητές, οι οποίοι, από τον Μάιο του 2011, συμμετέχουν στο κίνημα για τη δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση σε μια χώρα όπου τα περισσότερα πανεπιστήμια ιδιωτικοποιήθηκαν από το δικτατορικό καθεστώς του Αουγκούστο Πινοτσέτ, το 1981.
Πράγματι, κατά τη διάρκεια του 2011, η Χιλή γνώρισε τις μεγαλύτερες λαϊκές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις από την εποχή της επιστροφής της δημοκρατίας στη χώρα. Οι φοιτητές παρέσυραν στις κινητοποιήσεις τις οικογένειές τους και τους μαθητές λυκείου. Κατέληξαν δε να θέσουν, όχι μονάχα τα ζητήματα των ανισοτήτων και της φορολογικής μεταρρύθμισης, αλλά κι εκείνο της αντιπροσωπευτικότητας του πολιτικού συστήματος. Δεν θεωρούν ότι εμπνέονται από το Κίνημα των Αγανακτισμένων ή από την Αραβική Άνοιξη και υποστηρίζουν ότι διαμόρφωσαν τις διεκδικήσεις τους με άξονα την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα τους. Ωστόσο, δηλώνουν ότι εκφράζουν μια οργή που υπερβαίνει τα σύνορα της Χιλής.
Για τον Αντρές Μουνιόζ Κάρκαμο, «πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο ενάντια στον τρόπο με τον οποίο το οικονομικό σύστημα αποκομίζει κέρδη καταστρέφοντας τις κοινωνικές δομές. Στη Χιλή, αυτό πραγματοποιείται με την ιδιωτικοποίηση της παιδείας. Αλλού, γίνεται με διαφορετικό τρόπο». Αν και σπεύδει να τονίσει τις ιδιαιτερότητες καθενός από αυτά τα κινήματα, ο συνάδελφός του, Βινσέντε Σαΐντ, αναγνωρίζει την ύπαρξη μιας «κοινής βάσης»: «Ο κόσμος αγωνίζεται για να λαμβάνει ο ίδιος τις αποφάσεις». Κι είναι αλήθεια ότι παντού συναντάμε την επιθυμία να ανακτήσουν την εξουσία, την οποία κάποιοι έχουν σφετεριστεί, να συμμετάσχουν πραγματικά στη δημόσια ζωή και στη διακυβέρνηση των κοινωνιών. Πολύ συχνά, όλα αυτά εκφράζονται με μια μονάχα λέξη: «δημοκρατία».
Στη Μαδρίτη, το μέγεθος της οργής που κατέκλυσε την Πουέρτα δελ Σολ στις 15 Μαΐου του 2011 -και αποτέλεσε την αφετηρία του κινήματος που αποκλήθηκε 15-Μ- εντυπωσίασε τον Κάρλος Παρέδες, παρ' ότι υπήρξε ένας από τους διοργανωτές της διαδήλωσης. Το κίνημα «Democracia real ya!» («Πραγματική Δημοκρατία τώρα!»), στο οποίο συμμετέχει, είχε δημιουργηθεί μόλις λίγους μήνες πριν, με άξονα οκτώ προτάσεις που κυμαίνονταν από την κατάργηση των προνομίων των πολιτικών έως τη μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου και την ουσιαστική εφαρμογή του δικαιώματος στη στέγη.
Όμως, για τον τριανταδυάχρονο επιχειρηματία από τον κλάδο της πληροφορικής, τα κίνητρα που ωθούν τον κόσμο να διαδηλώνει είναι ταυτόχρονα πολύ βαθύτερα και περισσότερο ασαφή από αυτές τις προτάσεις. Όπως εξηγεί, υπάρχει στην Ισπανία ένα «γυάλινο ταβάνι», μια αόρατη οροφή - εμπόδιο, στην οποία προσκρούουν οι προσπάθειες του πληθυσμού για επαγγελματική άνοδο και άνθηση της προσωπικότητας.
Το ζήτημα της σχέσης του κινήματος με την πολιτική έγινε εξαιρετικά ακανθώδες την παραμονή των βουλευτικών εκλογών της 20ής Νοεμβρίου του 2011, που έφεραν στην εξουσία το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα (ΡΡ) του Μαριάνο Ραχόι. Ποια στάση έπρεπε να κρατήσει κατά τη διάρκεια μιας τόσο σημαντικής προεκλογικής περιόδου ένα κοινωνικό κίνημα το οποίο υποστηρίζει ότι είναι ακομμάτιστο; Να δημιουργήσει ένα νέο κόμμα, όπως πρότειναν ορισμένοι, «για να ξεμπερδέψουν μια και καλή με τον δικομματισμό»; Πολύ γρήγορα, αυτή η ιδέα εγκαταλείφθηκε. Να καλέσουν τον κόσμο να απέχει; Το ζητούμενο ήταν να εντοπιστεί -μετά από αρκετή σκέψη και περίπλοκους υπολογισμούς- σε κάθε (μονοεδρική) περιφέρεια το μειοψηφικό κόμμα που είχε τις περισσότερες πιθανότητες να νικήσει τους υποψήφιους των δύο μεγάλων κομμάτων. Αν και η κινητοποίηση δεν εμπόδισε τη Δεξιά να υπερισχύσει στις εκλογές, κατέστησε δυνατή την ανάδειξη των ρωγμών και των αδυναμιών του ισπανικού δημοκρατικού συστήματος. Για την αλλαγή του, η Παρέδες και οι σύντροφοί της επεξεργάζονται σήμερα ένα πρόγραμμα «δημοκρατία 4.0», με βάση το οποίο οι πολίτες θα μπορούσαν να ψηφίζουν μέσω Ίντερνετ για κάθε νομοσχέδιο που κατατίθεται στο Κοινοβούλιο.
Αλλά η πραγματική επιτυχία του κινήματος, πέρα από τη διαρκή εφευρετικότητά του, συνίσταται στη βαρύτητα που απέκτησε στον δημόσιο διάλογο. Όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Μεγάλη Βρετανία, οι Ισπανοί « Αγανακτισμένοι » δηλώνουν ότι, στο εξής, οι προτάσεις τους βρίσκονται στο προσκήνιο της δημόσιας ζωής. Και κυρίως, όπως υπογραμμίζει η Παρέδες, «κατόρθωσαν να διεθνοποιήσουν το κίνημα. Το Occupy Wall Street (OWS) και τα ισραηλινά κινήματα οφείλονται κατά κάποιον τρόπο στο 15-Μ».
Πώς όμως κατόρθωσε, τον Οκτώβριο του 2011, μια μικρή κατασκήνωση διαδηλωτών στο Νότιο Μανχάταν να μετατραπεί σε «γενικό ξεσηκωμό» και μάλιστα σε μια χώρα όπου οι λαϊκές κινητοποιήσεις έμοιαζαν να ανήκουν στην Ιστορία; Ο Νεοϋορκέζος δικηγόρος Αλεξάντερ Πένλεϊ, ο οποίος συμμετείχε στο κίνημα της κατάληψης, υπενθυμίζει τη σημασία όλων των προηγούμενων γεγονότων που την κατέστησαν δυνατή (για παράδειγμα, τη συνδικαλιστική κινητοποίηση στις αρχές του 2011 στην πολιτεία του Ουισκόνσιν), ενώ θεωρεί επίσης ότι η Αραβική Άνοιξη χρησίμευσε ως παράδειγμα.
Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που είχε τόσο μεγάλη απήχηση η έκκληση για την κατάληψη της Γουόλ Στριτ, που απηύθυνε μέσω Ίντερνετ το καναδικό περιοδικό Adbusters, το οποίο είναι γνωστό για τη ριζοσπαστική κριτική που ασκεί στη διαφήμιση. Στις 17 Σεπτεμβρίου, μερικές εκατοντάδες άτομα συγκεντρώθηκαν για να διαδηλώσουν στη συνοικία όπου είναι συγκεντρωμένα τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα της Νέας Υόρκης και κατέληξαν, σχεδόν τυχαία, στο Ζουκότι Παρκ, μια μικρή πλατεία στριμωγμένη ανάμεσα στους ουρανοξύστες, σε πολύ μικρή απόσταση από τη Γουόλ Στριτ και το Ground Zero. «Κάποιος έριξε την ιδέα να πραγματοποιήσουμε λαϊκή συνέλευση, όπως έκαναν στην Ελλάδα ή στην Ισπανία», θυμάται ο Ντέιβιντ Γκρέμπερ, ανθρωπολόγος που έχει διδάξει στο Γιέιλ και αναρχικός ακτιβιστής, ο οποίος εργάστηκε για την προετοιμασία της κατάληψης. Εκείνη την ημέρα, συνέβη κάτι σπάνιο για τις Ηνωμένες Πολιτείες: ο κόσμος άρχισε να μιλάει για την πολιτική, καταμεσής του δρόμου, σε δημόσιο χώρο. Κι άρχισε να ξεπηδάει ένα πλήθος διεκδικήσεων, από τις σοβαρότερες έως τις πλέον αλλόκοτες.
Τις ημέρες που ακολούθησαν, οι διαδηλώσεις πολλαπλασιάστηκαν και οι σκηνές έκαναν την εμφάνισή τους: στο Ζουκότι Παρκ η ζωή άρχισε να οργανώνεται. Συνέχισαν να πραγματοποιούν λαϊκές συνελεύσεις, συγκροτήθηκαν ομάδες εργασίας, υιοθετήθηκε η «Διακήρυξη της κατάληψης της Νέας Υόρκης». Στην πλατεία αναμείχθηκαν οι πιο διαφορετικοί άνθρωποι: εκτός από τους νεαρούς λευκούς πτυχιούχους, άρχισαν επίσης να συρρέουν άστεγοι, άτομα από τις μειονότητες και διάφορες άλλες «περιθωριοποιημένες φωνές», των οποίων η μακροπρόθεσμη ενσωμάτωση στο κίνημα αποτελεί μια πρόκληση, η οποία κάθε άλλο μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι έχει προκαταβολικά κερδηθεί. Ορισμένοι δηλώνουν κομμουνιστές ή σοσιαλιστές ή θεωρούν ότι ο καπιταλισμός είναι η αιτία του προβλήματος. Αντίθετα, άλλοι επιθυμούν τη διατήρηση του συστήματος και της οικονομίας της αγοράς και ζητούν μονάχα τη θέσπιση ενός ρυθμιστικού νομοθετικού πλαισίου.
Πολλοί δηλώνουν απογοητευμένοι από τον Μπάρακ Ομπάμα. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο νεαρός δικηγόρος Γουίλιαμ Π. Γιορκ, τον οποίο συναντήσαμε στην κατάληψη του Occupy Nashville, στο Τενεσί: «Τον ψήφισα και δεν έκανε τίποτα. Τώρα, συμμετέχω στην κατάληψη. Το 2008, είχα συμμετάσχει ενεργά στην προεκλογική του εκστρατεία, στο Κλίβελαντ του Οχάιο. Επρόκειτο για μια πολιτεία που είχε καθοριστικό ρόλο για την έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης. Ωστόσο, λίγο μετά την άνοδό του στην εξουσία συνειδητοποίησα ότι ήταν λίγο-πολύ ίδιος με τους υπόλοιπους υποψήφιους. Ουσιαστικά, τα δύο κόμματα αποτελούν ένα και το αυτό κόμμα. Ελέγχονται από τις εταιρείες που χρηματοδοτούν τους υποψήφιους με τα ποσά που χρειάζονται. Με λίγα λόγια, τους έχουν αγοράσει οι εταιρείες, οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις». Η κριτική εναντίον των μεγάλων εταιρειών αποτελεί τον κοινό παρονομαστή του κινήματος OWS. Στο Νάσβιλ, στην καρδιά της χριστιανικής και συντηρητικής Αμερικής, εγκαταστάθηκε μια κατασκήνωση καταληψιών πίσω από το Κογκρέσο της πολιτείας. Τον Δεκέμβριο του 2011, συναντούσε ακόμα κανείς δεκάδες σκηνές, των οποίων οι ένοικοι κέρδισαν το δικαίωμα να παραμείνουν επιπλέον μερικούς μήνες, χάρη στη δικαστική νίκη που κατήγαγαν στα δικαστήρια της πολιτείας. Τελικά, η κατασκήνωση διαλύθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις τον Μάρτιο του 2012, με αποτέλεσμα να μπορούν να υπερηφανεύονται οι καταληψίες του Νάσβιλ ότι οργάνωσαν μια από τις μακροβιότερες καταλήψεις στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η κατάληψη των δημόσιων χώρων υπήρξε το μέσο για να ακουστεί η κριτική. Για ορισμένους, αποτελεί αυτοσκοπό και το χειροπιαστό δείγμα της κοινωνίας που επιθυμούν να δουν να αναδύεται: πρόκειται για μια πολιτική πράξη η οποία αρκεί από μόνη της. Ωστόσο, όπως μας είπε ο Σέιν Πάτρικ, ένας από τους οργανωτές του κινήματος OWS, «κανείς δεν μπορεί να ζήσει σε μια εξισωτική κοινωνία στην καρδιά της Νέας Υόρκης κατά τη διάρκεια ενός παγωμένου Ιανουαρίου».
Έτσι, για πολλούς, η βίαιη εκδίωξη των καταληψιών από το πάρκο Ζουκότι, η οποία πραγματοποιήθηκε από την αστυνομία της Νέας Υόρκης στις 15 Νοεμβρίου, είχε ένα θετικό αποτέλεσμα. Ο Μάικλ Λεβίτιν -πρώην ανεξάρτητος δημοσιογράφος που εργαζόταν για το Newsweek και τους Los Angeles Times, ο οποίος εκτελούσε χρέη αρχισυντάκτη της The Occupied Wall Street Journal- συμφωνεί με αυτήν την άποψη: «Δεν χρειαζόμασταν πλέον το Ζουκότι Παρκ. Κι ήταν η καλύτερη στιγμή για να σταματήσει αυτή η ιστορία. Κι ο τρόπος με τον οποίο ο δήμαρχος μάς έδιωξε ήταν τέλειος: βία, χτυπημένοι διαδηλωτές, συλλήψεις, τσαλαπατημένα βιβλία, αποκλεισμός των δημοσιογράφων. Όπως συνέβη και στην περίπτωση του κινήματος 15-Μ στη Μαδρίτη και στη Βαρκελώνη, η αστυνομική βία επέτρεψε στο OWS να κερδίσει τη συμπάθεια της κοινής γνώμης, ενώ παράλληλα υποχρέωσε τους καταληψίες να σκεφθούν άλλους τρόπους δράσης, έτσι ώστε το κίνημα να περάσει σε νέο, ανώτερο επίπεδο».
Έτσι, δημιουργήθηκαν δεσμοί ανάμεσα στο OWS και σε διάφορες οργανώσεις των μειονοτικών κοινοτήτων που δραστηριοποιούνταν στις λαϊκές συνοικίες της Νέας Υόρκης και άλλων πόλεων. Στις 6 Δεκεμβρίου, η πλατφόρμα Occupy Our Homes («Ας καταλάβουμε τα σπίτια μας») οργάνωσε δράσεις σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείες, για την «ανάκτηση» των κενών κατοικιών που ανήκουν πλέον σε τράπεζες.
Τέσσερις μήνες μετά την εμφάνισή του, το OWS εμφανίζεται πολύμορφο και ετερογενές. Τριγύρω του συναθροίζονται οι πλέον διαφορετικές πρωτοβουλίες, ενώ οργανώνει διαδηλώσεις και δράσεις για όλα τα ζητήματα: την κατοικία, τη δύναμη των πολυεθνικών εταιρειών, τις πωλήσεις όπλων στο εξωτερικό από βιομήχανους που «εξάγουν θάνατο στο όνομα της άμυνας», τα δάνεια που αναγκάζονται να συνάπτουν οι φοιτητές για να πληρώνουν τα δίδακτρά τους, τη δωρεάν παιδεία... Ορισμένοι άλλοι στρέφονται στην κατάληψη αγροκτημάτων. Συνεπώς, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, το OWS κατόρθωσε να θέσει στο προσκήνιο του αμερικανικού δημόσιου διαλόγου ορισμένα σημαντικά ζητήματα, όπως οι ανισότητες και η κρίση αντιπροσωπευτικότητας του πολιτικού συστήματος, ενώ ταυτόχρονα συγκροτήθηκε ως «κίνημα των κινημάτων», το οποίο έχει τη δυνατότητα να προσελκύσει την προσοχή της κοινής γνώμης πάνω σε κινητοποιήσεις οι οποίες, χωρίς την υποστήριξή του, θα είχαν πολύ μικρότερη απήχηση.
Από την πλευρά τους, οι Χιλιανοί φοιτητές, οι οποίοι εστίασαν τη δράση τους στη διεκδίκηση της δωρεάν παιδείας, προχώρησαν σε κλασικού τύπου κινητοποιήσεις. Αν και μάχονται ενάντια στις συνέπειες μιας παρόμοιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ο αγώνας τους είναι πολύ πιο οργανωμένος, με ηγεσίες εκλεγμένες, αντιπροσωπευτικές και νομιμοποιημένες.
Ωστόσο, παρά τις διαφορές τους, υπάρχουν αρκετά κοινά στοιχεία με το OWS. Καταρχήν, χρησιμοποιείται πλέον κοινή φρασεολογία. Όπως μας λέει ο Γκαμπριέλ Μπόριτς, ο οποίος εκπροσωπεί το κίνημα Creando Izquirda (Ας Δημιουργήσουμε την Αριστερά) και εξελέγη πρόσφατα πρόεδρος της Ομοσπονδίας Φοιτητών της Χιλής (FECH), «κατά τη διάρκεια του αγώνα μας υιοθετήσαμε το σύνθημα του OWS 'Είμαστε το 99%'». Ο πολιτικός λόγος του φοιτητή της Νομικής Σχολής ο οποίος επικαλείται τον Αντόνιο Γκράμσι, τον Τόνι Νέγκρι και τον Σλαβόι Ζίζεκ, είναι ξεκάθαρος: «Είμαστε αριστεροί, αλλά θεωρούμε ότι η Αριστερά απέτυχε τον 20ό αιώνα. Ο κόσμος που φαντάστηκε δεν ήλθε. Οφείλουμε να αντλήσουμε διδάγματα από τα λάθη της».

1. Ο συντάκτης του άρθρου επισκέφθηκε το Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Νάσβιλ, το Σαντιάγκο της Χιλής και τη Μαδρίτη.
2. Η κατασκήνωση του Αγίου Παύλου διαλύθηκε στις 28 Φεβρουαρίου του 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου