ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΕΠΑΦΗ

Το ιστολόγιο Πενταλιά πήρε το όνομα
από το όμορφο και ομώνυμο χωριό της Κύπρου.
Για την επικοινωνία μαζί μας
είναι στη διάθεσή σας το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
pentalia74@gmail.com

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Λογοτεχνία - Η δεινότητα του Ναμπόκοφ


 
 

Της Μικέλας Χαρτουλάρη

Είδε τη ζωή του σαν μια «χρωματιστή σπείρα μέσα σε μια μικρή γυάλινη σφαίρα». Η σπείρα είναι ο εκτυλιγμένος κύκλος που έχει ελευθερωθεί, άρα δεν είναι πλέον φαύλος. Και η σφαίρα είναι το παιχνίδι του βίου όπως έχει σχεδιαστεί από άγνωστους παίκτες - μια εικόνα που παραπέμπει στο παιδικό διαφανές μπαλάκι με το παχύρρευστο υγρό και το χιόνι που σηκώνεται πάνω από ένα σπίτι-μινιατούρα όταν το κουνήσεις με δύναμη.
Αυτή την παρομοίωση χρησιμοποίησε ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ για να περιγράψει στα απομνημονεύματά του την περίοδο από τα άγουρα έως τα ώριμα χρόνια του, στην προεπαναστατική Ρωσία (1899-1919) και έπειτα στη μεσοπολεμική Αγγλία, Γερμανία και Γαλλία (1919-1940), έως τα 41 του, οπότε μετανάστευσε με τη γυναίκα του και τον γιο τους Ντμίτρι στις ΗΠΑ, υιοθέτησε την αγγλική γλώσσα και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Το βιβλίο του «Μίλησε μνήμη» όπως εκδόθηκε το 1966 - έντεκα χρόνια μετά τη «Λολίτα» - και συμπληρώθηκε το 1998, κυκλοφορεί ξανά σήμερα στα ελληνικά (εκδ. Πατάκη, μτφ. Γιώργος Βάρσος, εισαγωγή Μισέλ Φάις) και είναι ένα ιδιόρρυθμο, εξαιρετικά ευφυές παζλ εικόνων και σκέψεων, σαν σκακιστική σύνθεση που αποτυπώνει τον γρίφο της ύπαρξης μιλώντας για το παρελθόν από μια προοπτική που συμπεριλαμβάνει το μέλλον. Με εφαλτήριο τα αυτοβιογραφικά περιστατικά μιας πλούσιας και έκκεντρης ζωής, όπως αναδύονται μέσα από μικρές λεπτομέρειες - μεταξύ τους οι εντομολογικές διαδρομές του -, ο Ναμπόκοφ ανατέμνει τα αισθήματα και τις σκιές των ανθρώπων γύρω του, και απογειώνεται σχολιάζοντας τον προπολεμικό κόσμο, εμβαθύνοντας στο πώς βιώνεται η εξορία και συζητώντας για τη διανόηση ή τη λογοτεχνία με ευφάνταστες μεταφορές, δηκτική διάθεση και υποδόριο χιούμορ. Φθάνει μάλιστα να «παίξει» αναλύοντας με τη ματιά ενός τρίτου τις επιδόσεις του ως ρώσου συγγραφέα (έγραφε με το ψευδώνυμο Β. Σιρίν), καθώς και το εγχείρημα της αυτοβιογραφίας του. Ενα τέχνασμα που υιοθέτησε δημιουργικά και ο Σαλμάν Ρούσντι (αλλά χωρίς να «παίζει») στο δικό του σαγηνευτικό απομνημόνευμα «Τζόζεφ Αντον» (Ψυχογιός), το οποίο συγγενεύει ως προς τη λογική του με αυτό τού δασκάλου Ναμπόκοφ.
Το κλειδί του Ναμπόκοφ προκειμένου να μιλήσει για τη ρωγμή στο πεπρωμένο του που του άνοιξε καινούργιους κόσμους είναι ο πρώτος έρωτάς του. Η 15χρονη Ταμάρα με τα χαρωπά σκούρα μάτια, το κελαρυστό πρόθυμο γέλιο και το τατάρικο αίμα. Τα συναισθήματά του απέναντί της είναι η αφετηρία για να περιγράψει πώς ένιωσε όταν η επικράτηση των μπολσεβίκων οδήγησε την οικογένειά του και τους συγγενείς του να αυτοεξοριστούν από τη Ρωσία τον Μάρτιο του 1919 και να ανοιχτούν στη Δυτική Ευρώπη στριμωγμένοι επάνω σε ένα ελληνικό(!) σαπιοκάραβο με το όνομα «Ελπίδα». Οταν τη γνωρίζει, εκείνος είναι 16 χρονών, πρωτότοκος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας, με τέσσερα αδέλφια και έναν λόγιο πατέρα-πολιτικό στέλεχος του φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος που αντιπολιτευόταν το τσαρικό καθεστώς (όταν ξέσπασε η Επανάσταση μετείχε στην Προσωρινή Κυβέρνηση). Εκείνη είναι κόρη επιστάτη. Ο έρωτάς τους ανάβει στην εξοχή και συνεχίζεται ατίθασος στα παγωμένα παγκάκια της Πετρούπολης, στους κινηματογράφους και στις σκοτεινές γωνιές του Μουσείου Ερμιτάζ «ανάμεσα σε ερμάρια με σκαραβαίους, πίσω από τη σαρκοφάγο του Νάνα, πρωθιερέα του Πτα». Η Ταμάρα θα του εμπνεύσει την πρώτη του ποιητική συλλογή που θα πάρει κάκιστες κριτικές, και τον επόμενο χειμώνα εκείνος θα αρχίσει να «λογοτεχνίζει» και να φλερτάρει άλλες, ενώ εκείνη θα αρχίσει να εργάζεται. Οταν η οικογένειά του θα καταφύγει κατεστραμμένη στη Γιάλτα, η Ταμάρα θα επανεμφανιστεί στέλνοντάς του γράμματα υψηλής ευαισθησίας. Εκεί, με την παλιά ζωή του να έχει ανατραπεί, με τους Λευκούς Ρώσους να ζουν σε «μια παρακμιακή ατμόσφαιρα» ενώ προελαύνει ο Κόκκινος Στρατός, ο 18χρονος Ναμπόκοφ θα νιώσει «όλες τις οδύνες της εξορίας.» Και όπως γράφει, «έκτοτε, και μέχρι τη στιγμή όπου η συγγραφή ενός μυθιστορήματος με απάλλαξε από το γόνιμο εκείνο συναίσθημα, η απώλεια της πατρίδας συνδυάστηκε αναπόσπαστα μέσα μου με την απώλεια της αγαπημένης».
 
 
Πηγή: Τα Νέα
Δημοσιεύτηκε στις 26/10/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου